"Pas moi qu'ai fait les voyages,C'est les voyages qui m'ont fait"
Bernard Lavilliers
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006

τα φύλλα

Πέφτουν στη διάβα μου σαν μικρές νιφάδες. Δεκάδες φύλλα, αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ , αφήνονται από κάθε δέντρο που βρίσκεται κατά μήκος της διαδρομής μου. Στην αρχή απαλά και αραιά, έπειτα γίνονται χιλιάδες και πέφτουν με ορμή. Με τρομάζει! Αφήνομαι όμως σε αυτό το κύμα, το γεμάτο από ξεχασμένες μυρωδιές, το οποίο άλλοτε με χτυπά κι άλλοτε με χαϊδεύει. Ταξιδεύω στις ανάσες τους και στο παγιδευμένο φως τους μέχρι να νυχτώσει. Τότε σταματώ το ταξίδι κι αρχίσω να τα μαζεύω και να καθαρίζω το δρόμο μου. Μέχρι να έρθει το πρωί κατάφερνω και τα στοιβάζω σε ένα λοφίσκο. Με τις πρωινές ακτίνες του βάζω φωτιά και παρατηρώ τη φωτιά να καίει και να αφήνει μόνο στάχτη. Ύστερα κοίταζω το δρόμο μου. Είναι καθαρός και παράπλευρά του έχουν ανθίσει μικρά λουλούδια. Στο τέλος του ένας ήλιος ανατέλλει. Ξεκινώ να περπατώ χωρίς να τον αφήνω από τα μάτια μου. Μικρά δάκρυα κυλούν στα μάγουλά μου. Τώρα πια μπορώ να δω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2006

ακούγοντας ένα τραγούδι εξόδου

(exit music from radiohead)
http://www.greenplastic.com/lyrics/exitmusic.php

Κι έπεσες πάνω στο χώμα σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Με κοίταξες στα μάτια. Με φίλησες και έπεσες. Έτσι απλά.
Χαμογελάς ακόμη κι ο ήλιος ζεσταίνει το κρύο κορμί σου. Με κοιτάς και με περιμένεις. Χαϊδεύω τα μαλλιά σου. Αφουγκράζομαι το στήθος σου. Ψιλαφώ τους σφιγμούς σου. Που είναι το γλυκό νανούρισμα της καρδιά σου που τόσες νύχτες με κοίμιζε; Τώρα μια σιωπή την τυλίγει. Τα δάκρυά μου δεν μπορούν να την αναστήσουν.

Νοιώθω τόσο αδύναμη να σε φέρω πίσω και τόσο αδύναμη να σε συναντήσω.

Όμως...Να! Τους ακούω που έρχονται για μας. Άκουσαν το πυροβολισμό και ψάχνουν να βρουν το σημείο.

έρχομαι αγάπη μου. δεν θα σε αφήσω μόνη. ποτέ πια.
έρχομαι αγάπη μου εκεί που θα είμαστε μαζί.
εκεί που δεν θα φοβάμαι να αγγίξω τα χείλη σου και να σε κοιτάξω στα μάτια.
εκεί που θα τραγουδώ για σένα και για μένα.

φιλώ τα χείλη σου και σε συναντώ

έρχομαι.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

χόβολη

το χω ανάψει για συντροφιά. πήρα το χαρτάκι και ευλαβικά έβαλα το καπνό μέσα του. τον τακτοποίησα προσεχτικά με τα δάκτυλα και άρχισα να το στρίβω. του 'δωσα πνοή και ανάσα και μια μικρή φλόγα. το μόνο που μπορώ να ανεχτώ αυτή τη στιγμή. έχω κλείσει τα φώτα και τη μουσική και κάθομαι στο μπαλκόνι. κάνει κρύο. ο αέρας μου χαράζει τα χέρια και το πρόσωπο. όμως εκείνος εκεί να μου κρατά συντροφιά. να μου ζεσταίνει τα ακροδάκτυλα. ακριβέ μου φίλε. πόσα βράδια δεν καθήσαμε μαζί και άκουσες τις σκέψεις μου.

αυτή η γλυκιά φωτιά. πανάρχαια χόβολη των λογισμών και των ονείρων. πόσους πόνους έκαψα εκεί και τους είδα να γίνονται στάχτη. σωτήρια ιερή φλόγα. μου ζεσταίνει γλυκά τα δάκτυλα. γεμίζει το κορμί μου με την νοσοποιό νικοτίνη. μου ηρεμεί το νου. μου γαληνεύει τη σκέψη. μα πάνω από όλα μου κρατά συντροφιά.

και κοιτάω , μα δε κοιτάω. τα μάτια μου μοιάζουν να βλέπουν στο κενό μα βλέπουν μέσα μου. και αντικρίζουν σκοτάδι και ερευνούν για φως. εκλιπαρούν γι' αυτό. ξάφνου εμφανίζεται ένα μονοπάτι, όλο ευθεία, χωρίς σταυροδρόμια και στροφές. το ακολουθώ...

ένα τσιγάρο δρόμος
πολλά τσιγάρα, πολύς ο δρόμος

κυκνοι

να την ενώ παίζει πιάνο. τα δάκτυλά της σαν κύκνοι φτερουγίζουν στον μαυρόασπρο κήπο τους. υψώνουν τους μακρυούς λαιμούς τους και πετάνε. όλο ρυθμό. και την μια γοργά και την άλλη αργά ζωγραφίζουν στον ουρανό. σχήματα, χρώματα. πινελιές τυχαίες γεμάτες αρμονία.

εξώ βρέχει κι οι στάλες ξαποστένουν στο γυαλί του παραθύρου. κοιτάνε και ακούνε την γλυκιά μικρή θεά να γεμίζει μουσική και χρώμα το δωμάτιο. ταλαντεύονται και υγρά γλυστράνε και φεύγουν

εγώ σε λίγο θα καώ στα κόκκινά της χείλη , μισοσβησμένο στριφτό τσιγάρο.

φλόγα και δροσιά

Η μια ,λευκό γιασεμί, μόλις έχει ανθίσει. Προβάλει ντροπαλά τα πέταλά της. Πρωινή δροσιά τυλίγει το κορμί της και σκεδάζει το φως του ήλιου. Σε ξεγελάει στην όψη μοιάζοντας μικρή , μα εκείνη κρύβει καλά το άρωμά της στους κόρφους της. Και είναι αυτό που ξεχωρίζεις μες την νύχτα όταν τα πεφταστέρια στήνουνε χορό στον ουρανό μια καλοκαιρινή νύχτα. Είναι αυτό που σε συντροφεύει στα ερωτευμένα σου όνειρα.

Η άλλη μόνο ρόδο θα μπορούσες να την πεις. Από εκείνα τα ρόδα τα μισάνοιχτα που είναι γεμάτα από το χρώμα του έρωτα. Γεμάτη πάθος και πόθο κι μια αρχέγονη ομορφιά. Σε κατακτά με την πρώτη. Ρουφά αχόρταγα το φως του ήλιου και γεμίζει τον αέρα με το άρωμά της. Ένα άρωμα σου θυμίζει παλιούς και καινούριους έρωτες. Και τα αγκάθια της είναι γλυκά . Γιατί τα αγκάθια της είναι η βραδυνή της θύμησής. Όταν γεμίζει με την μουσική της το όνειρό σου και συ ξέρεις ότι ποτέ δεν θα μπορέσεις να την κατακτήσεις. Και κείνη χωρίς κόπο το χει καταφέρει

το άρωμα της μιας η θύμηση της άλλης και συ να ξενυχτάς για ανεκπλήρωτους έρωτες
που γεμίζουν την καρδιά σου πόνο όμως και χαρά
γιατί χαρά και ομορφιά σε γεμίζει η θοριά τους ακόμη κι αν σε πονάει

το πιο όμορφο μπουκέτο
κι ας μην το χει δει ποτέ κανείς
μπουκέτο
γιασεμί και ρόδο


ένα μπουκέτο
φλόγα και δροσιά

το απόλυτο μπουκέτο

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

λύτρωση

σαν μελλοθάνατος περιμένω την οριστική εντολή.
την γλυκιά σφαίρα που θα μου ελευθερώσει την ψυχή.
αυτή η αναμονή. τόσο ψυχρή κι απόμακρη.
κι η κάνη τόσο κρύα. κι αυτή σφαίρα αργεί να φύγει.
το δάκτυλο διστάζει.
πως περιμένω αυτό το γλυκό μπαμ να τα τελειώσει όλα. όλο αυτό το παραμύθι.
αυτός ο γλυκός ήχος του ξυπνήματος.
ένα μπαμ και ξυπνάω. τελειώνει επιτέλους αυτό το κακόγουστο αστείο.

ένα κλικ κι ένα μπαμ.





το δάκτυλο ιδρώνει,διστάζει... το χέρι του δήμιου αργεί... τον κοιτάζουν στα μάτια... παίρνει την τελική απόφαση...



ακούγεται ο πυρσοκροτισμός


και...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

πρωινή κάθαρση

Οι σκέψεις καιγόντουσαν στην καύτρα του τσιγάρου και σε πείσμα της βαρύτητας κυλούσαν προς τα πάνω μουσκεύοντας το ταβάνι. Πολλές σκέψεις και πολλές εστίες φωτιάς ξεχασμένες πια. Ένα δωμάτιο γεμάτο σκέψεις και χαμένες ματιές. Μουσική υπόκρουση αυτου όλου , το βούισμα μιας παλιάς τηλεόρασης .
Είναι κοντά χαράματα κι ένα αυτοκίνητο διασχίζει τον άδειο δρόμο. Το μούγκρισμά του χαράζει το μοναχικό σολάρισμα της αυπνίας.
Ο ήλιος ετοιμάζεται να βγει. Ήδη από τα μισάνοιχτα πατζούρια φαίνεται η σταδιακή μετουσίωση του μαύρου του ουρανού σε βαθύ μπλε κι έπειτα σε βιολετί και απαλό ροζ.

...τα τσιγάρα γεμίζουν ήδη το πηγάδι των αναμνήσεων κι ετοιμάζεται να κάψει κι άλλες εκεί. Ήδη έχει ετοιμάσει τον κλίβανο για την επόμενη όπου και μία ηλιαχτίδα τον σταματά. Μια ηλιαχτίδα που εγκαθίσταται και απολυμαίνει μία κουκίδα του τραπεζιού. Μια κουκίδα που όλο και μεγαλώνει.

... σηκώνεται
...ανοίγει τα παράθυρα και τα πατζούρια διάπλατα

Ο πρωινός ήλιος σαρώνει το κορμί του. Εισπέει τον πρωινό αέρα και λούζεται με τις πρωινές ηλιαχτίδες. Κλείνει τα μάτια και απολαμβάνει...

...θρέφει το νεογέννητο λουλούδι της καρδιάς του...
μια κατακόκκινη παπαρούνα

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

η συμφωνία

Είναι αρκετή ώρα που κρατάω στα χέρια το τιμόνι. Τα μάτια μου παρατηρούν τα χιλιόμετρα της ασφάλτου να περνούν. Είναι απογευματάκι. Οι πεδιάδες και τα μακρινά βουνά περνάνε σαν βουβή ταινία από τα πλαϊνά τζάμια του αυτοκινήτου. Σχήματα και χρώματα σε αποχρώσεις του κίτρινου και του πράσινου , μορφές κι ανισόρροπες γραμμές ζωγραφίζουν πάνω στο γυαλί μια ιστορία χωρίς αρχή και τέλος.

Έχουν κουραστεί τα μάτια μου. Ο δρόμος μια ατελείωτη ευθεία. Που και που και καμία στροφή, έτσι για αλλαγή. Τα σύννεφα στο βάθος έχουν αρχίσει ήδη να μαζεύονται και να σκουραίνουν το μπλε του ουρανού. Σε συνδυασμό με το δείλι που πλησιάζει, δημιουργούν ένα τρομακτικό μαύρο συνονθύλευμα.
Έρχεται βροχή.
Σταθμεύω σε ένα πάρκινγκ της Εθνικής Οδού. Ανοίγω τα παράθυρα. Κλείνω το ραδιόφωνο. Ακούω το αέρα που σιγά σιγά δυναμώνει. Γεμίζει το αυτοκίνητο. Όχι πολύ κρύος . Η ησυχία και ο άνεμος που τραγουδάει μέσα από τα χόρτα. Που και που κάποιο αυτοκίνητο με ταχύτητα υπενθυμίζει τη ύπαρξη της Εθνική Οδού. Του πολιτισμού.
Όμως ο άνεμος απτόητος συνεχίζει το τραγούδι του, με τα γλυκιά βιολιά των χόρτων και τα πνευστά των λιγοστών δέντρων. Να τώρα μπήκαν και τα τύμπανα. Στην αρχή μακρινές κι αδύναμες βροντές, ίσα ίσα τις ακούς. Μα όλο και πλησιάζουν και δείχνουν τη δύναμή τους.

Ανάβω ένα τσιγάρο και συνεχίζω να απολαμβάνω τη αιθέρια συμφωνία που στήθηκε σε αυτό το δείλι.

Οι πρώτες σταγόνες έπεσαν. Στην αρχή δειλά. Μικρά ξυλόφωνά και μεταλόφωνα αρχίζουν να παίζουν το παιδικό τους τραγουδάκι που μετεξελίσεται σε εφηβικό πάθος γεμάτο ορμή κι ενέργεια.
Έχω κλείσει τα παράθυρα. Κι ακούω τη συμφωνία της βροχής που εκτυλίσσεται έξω. Κοιτάω προς τα έξω, όμως δεν βλέπω. Όχι τόσο γιατί η βροχή έχει γεμίσει το παρμπρίζ αλλά γιατί το μυαλό μου ταξιδεύει. Ακούω τη βροχή και ταξιδεύω στις σκέψεις μου. Απολαμβάνω τους ήχους και την χαοτική αρμονία της φύσης.

Σιγά σιγά η βροχή απομακρύνεται. Πρώτα φεύγουν τα μπάσα, αδύναμες βροντές ακούγονται κάπου άλλου μακρυά να ταξιδεύουν. Μετά οι σταγόνες. Και τα σύννεφα διαλύονται αφήνοντας τον ήλιο που δύει να φανεί. Σαν μαέστρος να δώσει την τελευταία νότα σε αυτή την υγρή συμφωνία.
Ανοίγω τα παράθυρα και βάζω τους υαλοκαθαριστήρες να καθαρίσουν το παρμπριζ , να βλέπω το ηλιοβασίλεμα. Ο μόνος που έχει μείνει είναι ο άνεμος. Μοναχικός σολίστας. Γεμίζει ξανά το αυτοκίνητο. Αυτή τη φορά εκτός από τους ήχους φέρνει και μυρωδιές. Τη μυρωδιά των χόρτων και των αγρανθών. Μα πάνω από όλες τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Σαν την μυρωδιά μετά τον έρωτα. Γεμάτη από από κάτι πρωτόγονο και πρωταρχικό , σαν επαφή με τη αρχαία μήτρα της φύσης. Παλιές αναμνήσεις του προγόνου αγριμιού , που αφουγκραζόταν κάθε σφυγμό κι αναπνοή της

Βγαίνω και κοιτάω το ήλιο που δύει και γεμίζει με ροζ μωβί ανταύγειες τις λίμνες του δρόμου... Έπιασε ψύχρα... Αγκαλιάζομαι για να ζεσταθώ...
πρώτη βροχή του φθινωπόρου καλώς ήρθες...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

κομήτης εν χορω


Μόλις έπιασα το ποτήρι. Δεν ξέρω τι έχει μέσα. Δεν θυμάμαι τι έχω παραγγείλει. Κοιτάω το κρύσταλλο και το περιεχόμενό του. Τις κινήσεις που κάνει σαν μικρή θάλασσα.
Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Δεν ξέρω από τι ώρα είμαι εδώ.
Η μουσική σαν θόρυβος με χτυπάει. Σιγά σιγά ξεχωρίζω το ρυθμό... τη μελωδία... Μπαίνει σιγά σιγά στο μυαλό μου. Νοιώθω να με απελευθερώνει και να με σκοτώνει. Με απογειώνει και με συντρίβει. Μια περίεργη ώθηση για τόση πολύ χαρά. Για τόσο χορό. Να θέλω να χορέψω ατελείωτα.
Το μάτι μου αρχίζει να θολώνει. Όχι από θυμό. Τα φώτα, ο καπνός και αυτή η γλυκιά ζάλη του ποτού. Θέλω να χαθώ μέσα στο κόσμο χορεύοντας. Σηκώνομαι. Αρχίζω να συγχρονίζομαι με το ρυθμό. Κλείνω τα μάτια. Θέλω να ταξιδέψω. Ρυθμός και μελωδία γίνονται καρδιακοί παλμοί και δρόμος.
Είμαι ένα άστρο. Ένας κομήτης. Ταξιδεύω. Να η ουρά μου. Να ο Δίας. Να ο Πλούτωνας. Θέλω να φύγω από τον γαλαξία. Το καταφέρνω να ξεφύγω από κάτι μετεωρίτες που περιφέρονται δω και κει. Από λάθος ακούμπησα κάποιον από δαύτους. Κατευθύνεται προς τη γη. Ωχ! Με μία υπόκοφή σύγκρουση την καταστρέφει. Ουπς! Παιδιά συγνώμη. Χαθήκατε από λάθος φιλικού κομήτη. Τι να κάνουμε. Αυτά συμβαίνουν στο διαγαλαξιακό γίγνεσθαι.
Χιχι.
Κάνω μία επαναφορά και περνάω πάνω από τον ήλιο.
Λέω να πάω και σε κανέναν άλλο γαλαξία.
Όρε φίλε τι χρώματα είναι αυτά; Απίθανα. Και τι σχήματα. Σαν να αόρατο χέρι ζωγράφου σε οργασμό να τα έφτιαξε.
Και τι ησυχία... Τι ησυχία.. Ησυχία...
Ωχ που πήγαν όλα; Που χάθηκαν; Είμαι ακόμα ένας κομήτης. Όμως περιφερομαι σε ένα άδειανό σύμπαν. Που πήγαν όλοι; Πάω να μιλήσω αλλά δεν ακούγομαι. Τι είναι αυτό πάλι;
Το τριπάκι γίνεται εφιάλτης. Και αρχίζει να κάνει και κρύο... Φοβάμαι... Φοβάμαι...
Νοιώθω μόνος. |μόνος|
Δεν χορεύω πια. Έχω χαθεί τόσο στο τριπάκι που έχω γονατίσει στο πάτωμα και πιάνω το πρόσωπό μου. Κλαίω.
Οι γύρω χορεύουν. Δεν έχουν πάρει χαμπάρι τίποτα.
Κι εγώ ένας κομήτης... Που περιμένει να συντριβεί...